ΓΛΩΣΣΑ

Introduction


ἀλφάβητον | βαρεῖα | δασεῖα | δίφθογγον | ἑλληνικός | ἐπιφωνηματικόν | ἐρωτηματικόν | κόμμα | ὀξεῖα | περισπωμένη | πνεύματα | στιγματισμός | τελεία | τόνος | φωνήεντο | χρόνος | ψιλή


  1. ἑλληνικός

    • ἑλληνικός
    • Hellenic, Greek
  2. ἀλφάβητον

    • ἀλφάβητος, ἀλφάβητον
    • alphabet
  3. δίφθογγον

    • δίφθογγον
    • τό и δί-φθογγος ἡ Gramm. with two sounds, diphthong
  4. πνεύματα

    • πνεύματα, πνεύμα
    • Gramm. breathing with which a vowel is pronounced Plut.
    • Gramm. accent mark
      π. δασύ (spiritus asper) — rough breathing;
      π. ψιλόν (spiritus lenis) — smooth breathing
  5. ψιλή

    • ψιλόν
    • Gramm. (lat. spiritus lenis) smooth breathing
  6. δασεῖα

    • δᾰσεῖα, f к δασύς See δασυς
    • ἡ (sc. προσῳδία) Gramm. (lat. spiritus asper) rough breathing
  7. χρόνος

    • χρόνος, ὁ
    • time
    • Gramm. tense of a verb
    • Gramm. quantity
  8. φωνήεντο

    • φωνήεντο
    • vowel
  9. τόνος

    • τόνος, ὁ
    • Gramm. pitch accent
  10. ὀξεῖα

    • ὀξεῖα
    • ἡ (sc. προσῳδία) Gramm. acute accent
  11. βαρεῖα

    • βᾰρεῖα
    • ἡ (sc. προσῳοία) Gramm. grave accent (accentus gravis)
  12. περισπωμένη

    • περισπωμένη
    • Gramm. circumflex
  13. στιγματισμός

    • στιγματισμός
    • Gram. punctuation
  14. κόμμα

    • κόμμα
    • ἡ Gramm. comma
  15. τελεία

    • τελεία
    • ἡ (sc. στιγμή) Gramm. period
  16. ἐρωτηματικόν

    • ἐρωτηματικόν
    • Gramm. interrogation [mark]
  17. ἐπιφωνηματικόν

    • ἐπιφωνηματικόν
    • Gramm. [mark of] exclamation