ΓΛΩΣΣΑ

Μάθημα Πρῶτον

₪ ₪ ₪


Α


Στιγμή.
Στιγμὴ μικρά.

Β


Στιγμή.
Στιγμὴ μεγάλη.

Α


Ἡ στιγμὴ αὕτη.

Β


Ἡ στιγμὴ ἐκείνη.

Ἡ στιγμὴ αὕτη [] εἶνε1 μικρά· ἡ στιγμὴ ἐκείνη [] εἶνε μεγάλη. —Τίς στιγμὴ εἶνε μικρά; Ἡ στιγμὴ αὕτη εἶνε μικρὰ, ἐκείνη εἶνε μεγάλη. —Εἶνε ἡ στιγμὴ αὗτη Α; Μάλιστα2, ἡ στιγμὴ αὕτη εἶνε Α. —Τίς στιγμὴ εἶνε μεγάλη; Ἡ στιγμὴ Β εἶνε μεγάλη. —Εἶνε ἡ στιγμὴ αὕτη [] μεγάλη; Ὄχι3, ἡ στιγμὴ αὕτη δὲν4 εἶνε μεγάλη, εἶνε μικρά. —Εἶνε ἡ στιγμὴ ἐκείνη μικρὰ ἤ5 μεγάλη; Ἡ στιγμὴ ἐκείνη δὲν εἶνε μικρὰ, εἶνε μεγάλη.


Α


Γραμμή.
Γραμμὴ βραχεῖα.

Ἡ γραμμὴ αὕτη.

Β


Γραμμή.
Γραμμὴ μακρά.

Ἡ γραμμὴ ἐκείνη.

Ἡ γραμμὴ αὕτη εἶνε βραχεῖα, ἡ γραμμὴ ἐκείνη εἶνε μακρά. —Εἶνε ἡ γραμμὲ Α βραχεῖα; Μάλιστα, ἡ γραμμὴ Α εἶνε βραχεῖα. —Τίς γραμμὴ εἶνε μακρά; Ἡ γραμμὴ Β εἶνε μακρά. —Τίς εἶνε βραχεῖα; Ἡ γραμμὴ αὕτη [] εἶνε βραχεῖα. —Εἶνε ἡ γραμμὴ αὗτη [] βραχεῖα; Ὄχι, ἡ γραμμὴ αὕτη δὲν εἶνε βραχεῖα, εἶνε μακρά.


Γ


Γραμμὴ λεπτὴ καὶ εὐθεῖα.

Δ


Γ. παχεῖα καὶ καμπύλη.

Τί6 γραμμὴ εἶνε ἡ Γ; Ἡ Γ εἶνε λεπτὴ καὶ7 εὐθεῖα. —Εἶνε καὶ ἡ Δ λεπτὴ καὶ ευθεῖα; Ὄχι, ἡ Δ δὲν εἶνε οὔτε λεπτὴ οὔτε εὐθεῖα, εἶνε παχεῖα καὶ καμπύλη.

Οὗτος [] ὁ κύκλος εἶνε μικρός. Ἐκεῖνος [] ὁ κύκλος εἶνε μέγας. —Αὕτη [] ἡ σφαῖρα εἶνε μικρά. Ἐκείνε [] ἡ σφαῖρα εἶνε μεγάλη. —Τοῦτο [] τὸ τετράγωνον εἶνε μικρόν. Ἐκεῖνο [] τὸ τετράγωνον εἶνε μέγα. —Ἡ σφαῖρα εἶνε στρογγύλη. Τὸ τετράγωνον δὲν εἶνε στρογγύλον. Ἡ σφαῖρα δὲν εἶνε τετράγωνος. Εἶνε ὁ κύκλος τετράγωνος; Ὄχι. Τί εἶνε; Ὁ κύκλος εἶνε γραμμὴ καμπύλη. —Τί εἶνε τοῦτο [] τετράγωνον ἤ κύκλος; Ἐκεῖνο δὲν εἴνε οὔτε τετράγωνον οὔτε κύκλος, εἶνε γραμμή.


Τὸ ἄρθρον — The Article

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει τρία ἄρθρα, ἀρσενικὸν, ὁ· θηλυκὸν, ἡ· οὐδέτερον, τὀ. — (The Greek language has three articles: masculine, ὁ; feminine, ἡ; neuter, τό.)

Τὸ Γένος — Gender

Ὀνόματα λήγοντα εἰς, ος, εἶνε8 γένους ἀρσενικοῦ9· εἰς α ἤ η, θηλυκοῦ· εἰς ον, οὐδετέρου. — (Nouns ending in ος are of masculine gender; in α or η, of feminine gender; in ον, of neuter gender.)

Τὸ ἐπίθετον συμφωνεῖ μετὰ τοῦ ὀνόματος κατὰ γένος, ἀριθμὸν καὶ πτῶσιν. (The adjective agrees with its noun in gender, number, and case.)


Notes:

  1. Attic ἐστί. ↩

  2. Also, ναί, yes; ναὶ ἤ ὄχι, yes or no. ↩

  3. Attic οὔ. ↩

  4. Attic οὐχ ἔστι. ↩

  5. ἤ, or. ↩

  6. Τί, abbreviated from τίνος εἴδους, of what kind? ↩

  7. Καί, and, here means also. ↩

  8. Attic εἰσί, which is also used to-day, but not after δέν. ↩

  9. Ὀλίγα τινὰ ἐξαιροῦνται. — (A few are excepted.) ↩